«Ανήλικη» γροθιά στο συντηρητισμό

Η καθημερινή μας ζωή είναι γεμάτη αντιφατικές εικόνες, αλληλοσυγκρουόμενα καρέ για τα οποία, συνήθως, παίρνουμε εμείς το credit του «φωτογράφου». Πολλές φορές, όμως, φαινόμαστε ανήμποροι να τις εντοπίσουμε ή καλύτερα, εθελοτυφλούμε μπροστά στο ίδιο μας το δημιούργημα. Αν εστιάσουμε στην αρνητική διάσταση αυτού του φαινομένου, η λέξη «ανοσιούργημα» φαντάζει πολύ πιο καίρια. Μπορεί συχνά-πυκνά όλοι μας να καυχιόμαστε ότι ζούμε σαν σύγχρονοι άνθρωποι σε μια σύγχρονη εποχή, αλλά αν απογυμνώσουμε τις πράξεις μας και εξετάσουμε τη στάση ζωής μας και τον τρόπο σκέψης μας πιο κυνικά, φαίνεται ότι δεν τα καταφέρνουμε και τόσο καλά.


Μέσα σε όλη αυτή τη συμπεριφορά, συνηθίζουμε να παρουσιάζουμε το συντηρητισμό σαν κατάλοιπο παλαιών, «άγριων» χρόνων. Από τη θεωρία στην πράξη, βέβαια, το χάσμα μπορεί να αποδειχθεί τεράστιο, κάτι που, δυστυχώς, επιβεβαιώνεται πολύ περισσότερες φορές απ’ ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε. Ο συντηρητισμός στη σύγχρονη κοινωνία είναι πέρα ως πέρα υπαρκτός, απλά συνηθίζουμε, πλέον, να τον καμουφλάρουμε για να ξεγλιστράει πιο «διακριτικά». Όσο εμείς, όμως, επιμένουμε να τον σπρώχνουμε έτσι απλά κάτω από το χαλάκι σαν κάτι «ανύπαρκτο», τόσο αυτός γιγαντώνεται και ποτίζει στις συνειδήσεις όλων με καταστροφικά αποτελέσματα.


Η Ντενίζ Γκαμζέ Εργκιβέν στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο, ναι μεν χτίζει το έργο της στη σύγχρονη εποχή αλλά επιλέγει το τοπίο να είναι «παλιακό». Η τούρκικη επαρχία και οι συνήθειές της – που εξακολουθούν να συντηρούνται σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο – επαρκούν για να δημιουργήσουν τις απαραίτητες αντιφάσεις που θα κάνουν πιο ξεκάθαρο το μήνυμά της. Ως ηρωίδες της χρησιμοποιεί πέντε ανήλικες, ορφανές αδελφές με σαφείς τάσεις εναντίωσης στα «πρέπει» του τόπου και με ισχυρό το νόημα του δεσμού ανάμεσά τους. Από τη στιγμή, δε, που η καθημερινότητά τους κλονίζεται ακόμη περισσότερο, μιας και ένα αθώο παιχνίδι τους στη θάλασσα με συμμαθητές τους κρίνεται ανήθικο από την τοπική κοινωνία, το σπίτι τους μετατρέπεται σε φυλακή και το μέλλον τους φαντάζει προδιαγεγραμμένο από το θείο και τη γιαγιά που τις μεγάλωσαν.


Εκεί, ακριβώς, ξεκινά μία καθημερινή μάχη, κατά την οποία νιώθεις κι εσύ εγκλωβισμένος στα στενά όρια του σπιτιού. Η διάθεση της Εργκιβέν δεν είναι αμιγώς δραματική. Το νεαρό της ηλικίας των ηρωίδων της και η ανεμελιά τους προσδίδουν μία ευχάριστη νότα στην επανάσταση που επιδιώκει η κάθε μία ξεχωριστά, γεγονός που συντηρεί την αισιοδοξία και την ελπίδα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Η άγνοια του φόβου και η δίψα τους για ζωή παρατάσσονται ως ισχυρά όπλα απέναντι από τα «πιστεύω» των ενηλίκων, αποδεικνύοντας ότι η φράση «αδύναμο φύλο» αποτελεί άλλο ένα άτοπο κλισέ που επιμένουμε να συντηρούμε σαν κοινωνία. Έτσι, δημιουργείται μία άκρως ενδιαφέρουσα αντίφαση μεταξύ της φρεσκάδας που αποπνέουν τα πέντε κορίτσια και της «σαπίλας» που ζέχνει ο ενήλικος περίγυρός τους, προκαλώντας στο θεατή έντονα συναισθήματα αλλά και αυτή την αίσθηση του προβληματισμού απέναντι σε ένα τόσο λεπτό ζήτημα.

Αυτή την Κυριακή δεν καλούμαστε να παρακολουθήσουμε, απλά, στο «ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ» την γαλλική υποψηφιότητα για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας για το 2016 ή το έργο αυτό που κατάφερε να αποσπάσει πληθώρα βραβείων στα ανά τον κόσμο κινηματογραφικά φεστιβάλ. Καλούμαστε να μπούμε στη ζωή και στο μυαλό αυτών των κοριτσιών, έτσι ώστε να κατανοήσουμε ότι κι εμείς οι ίδιοι αποτελούμε μέρος ενός προβλήματος που η επίλυσή του εξαρτάται ισόποσα από τον καθένα μας. Οι «Ατίθασες» έχουν τη δυναμική για να πετύχουν κάτι τέτοιο, έστω κι αν ποτέ δεν περιμέναμε ότι θα μπορούσαμε να παραδειγματιστούμε από πέντε ανήλικα παιδιά.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΡΟΓΙΑ

Κυριακή 25 Νοεμβρίου, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ
Ώρα έναρξης: 17:00
Είσοδος ελεύθερη

 

Με ετικέτα: , , , , ,