Ανώμαλη Προσγείωση στον Ωμό Ρεαλισμό

«Αν θέλεις να πεις στους ανθρώπους την αλήθεια καν’ τους πρώτα να γελάσουν, ειδάλλως θα σε σκοτώσουν». Στο παραπάνω quote, που αποδίδεται και στον Όσκαρ Ουάιλντ μεταξύ άλλων, συνοψίζεται όλο το point γύρω από την τάση μας για την ωραιοποίηση της αλήθειας. Η υπερβολή του διαφαινόμενου αποτελέσματος τρομάζει, η πρόσκαιρη ανακούφιση κερδίζει, συνήθως, στο ζύγι την κυνική αντιμετώπιση των πραγμάτων και η ζωή κυλά ανέμελα μέχρι το πρώτο στραπάτσο…και το δεύτερο…και το τρίτο. Η Κλίο Μπάρναντ, αν και άντλησε έμπνευση από τον Ιρλανδό μυθιστοριογράφο και το ομότιτλο έργο του για το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, δεν ακολουθεί το συγκεκριμένο μοτίβο στον «Εγωιστή Γίγαντα», ρίχνοντάς μας κατευθείαν στα βαθιά.

Η σκέψη της ήταν απλή στην υλοποίηση: Η γνωριμία της με τον Μάτι, ένα αγόρι που περιφερόταν στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ της “The Arbor” (2010), την ώθησε να αποδώσει τη ζωή του στη μεγάλη οθόνη μέσα από το πρίσμα του Ουάιλντ, δημιουργώντας μία ιστορία μυθοπλασίας που δεν παρουσιάζει καμία τάση να κρύψει την πραγματικότητα κάτω από το χαλάκι. Ο Σουίφτι και ο Άρμπορ, δύο δεκατριάχρονοι φίλοι που ζουν με τις οικογένειές τους στα όρια της φτώχειας, δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στα δεδομένα που ορίζει το σχολείο και όταν αποβάλλονται από αυτό, βρίσκουν την ευκαιρία να βγάλουν εύκολο χρήμα πουλώντας παλιοσίδερα στον Κίτεν. Η γνωριμία τους μαζί του, όμως, διαταράσσει τις ισορροπίες μεταξύ τους και η καθημερινότητά τους δείχνει να παίρνει μία άλλη, ακόμη πιο ανησυχητική και απρόβλεπτη τροπή.

Η Μπάρναρντ, με όπλο της την απλότητα σε κάνει να κοιτάξεις κατάματα τη φτώχεια που υπάρχει ανάμεσά μας αλλά δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει, την εκμετάλλευση, τη σκληρότητα που προκύπτει από το πώς πρέπει να επιβιώσουμε όντες γρανάζια μιας αδίστακτης, καπιταλιστικής κοινωνίας. Φέρνοντας στο νου τον Κεν Λόουτς, χτίζει ένα φιλμ – δήλωση απέναντι σε όσους σκόπιμα κλείνουν τα μάτια σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας, είτε μιλάμε για πολιτικούς, είτε για απλούς πολίτες. Το γεγονός ότι οι ήρωές της είναι δύο παιδιά δεν αποτελεί κάποιου είδους τέχνασμα ωραιοποίησης του δράματος. Αντιθέτως, το εντείνει και τα συναισθήματα που προκύπτουν δεν ξεθωριάζουν μετά από κάθε αλλαγή των καρέ.

Σ’ αυτό συμβάλλουν τα μέγιστα οι δύο μικροί πρωταγωνιστές. Από τη μία ο Άρμπορ, μικρόσωμος, κοκκαλιάρης, ευέξαπτος, ενθουσιώδης και γεμάτος ενέργεια, δεν συγκρατείται απέναντι στους πειρασμούς που προκύπτουν, πληρώνοντας έτσι, πολλές φορές, την αφέλειά του. Από την άλλη ο Σουίφτι, αρκετά πιο ανεπτυγμένος, είναι η ήρεμη δύναμη της παρέας διατηρώντας πάντα στην επιφάνεια μία ευαίσθητη πλευρά που τον καθιστά πιο soft και λογικό από το φίλο του. Οι δυο τους αλληλοσυμπληρώνονται σαν το Γιν με το Γιανγκ, ενώ ερμηνευτικά υπερβαίνουν και την πιο αισιόδοξη προσδοκία προσδίδοντας έναν πηγαίο ρεαλισμό στο φιλμ που σε κάνει να νιώθεις μέρος του, όσο «μακρινή» κι αν σου φαίνεται η πραγματικότητα που αντικατοπτρίζει.

Όλη αυτή η απλότητα πίσω από την προσέγγιση κάθε λεπτομέρειας του φιλμ αρχικά σε προσγειώνει και ύστερα σε στριμώχνει. «Ο Εγωιστής Γίγαντας» είναι μια σκληρή ταινία. Θα σε κάνει να νιώσεις άβολα, να ξεροκαταπιείς, να ακούς για αρκετά λεπτά μόνο την ανάσα σου. Είναι και μια ταινία, όμως, που αν και δεν της ταιριάζει ο χαρακτηρισμός “larger than life”, κατορθώνει να σε συγκλονίσει και να σε κάνει να την κρατήσεις μέσα σου για αρκετό καιρό μετά τη θέασή της, θυμίζοντάς σου πόσο απρόβλεπτη μπορεί να γίνει η ζωή όταν στην ορίζουν οι άλλοι. Μπορεί να μπει το μεγαλείο σε ρεαλιστικά, ανθρώπινα καλούπια; Η απάντηση αυτή την Κυριακή επί της οθόνης.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΡΟΓΙΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ
ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ: 17:00
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Με ετικέτα: , , , , ,