«Ασανσέρ» συναισθημάτων με γαλλική φινέτσα

Το φόβο πολλοί εμίσησαν, την αγωνία ουδείς. Βέβαια, το ένα μπορεί να γεννήσει το άλλο και αντίστροφα, η σχέση του κάθε θεατή, όμως, με τον πρώτο, είναι πάντα προσωπική και ιδιαίτερη. Με λίγα λόγια, μερικές φορές ακόμη και εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να προβλέψουμε με τι μπορούμε να φοβηθούμε. Αυτή, ακριβώς, είναι και η μαγεία του σινεμά. Τα συναισθήματα που θα νιώσεις κατά τη θέαση μιας ταινίας εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες, οι οποίοι, με τη σειρά τους, καθορίζονται από τον κάθε δημιουργό ξεχωριστά.


Ο Λουί Μαλ στην πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους σκεπάζει το έργο του με ένα μεγάλο πέπλο μυστηρίου και αγωνίας που, ενδόμυχα, προκαλεί φόβο. Ο τρόπος που το πετυχαίνει μπορεί να χαρακτηριστεί μοναδικός, μιας και ο εμβληματικός γάλλος σκηνοθέτης διανθίζει κάθε του καρέ με τέτοια φινέτσα που δεν σου επιτρέπει, αρχικά, να αφήσεις να σε κυριεύσει αυτή η αίσθηση ανησυχίας που τόσο επιθυμεί να σου περάσει. Κοινώς, όσο εσύ χαλαρώνεις σε πρώτο πλάνο, τόσο αυτός χτίζει στο background την κορύφωση που θα προκαλέσει μία έκρηξη συναισθημάτων μέσα σου στη συνέχεια.


Σε πρώτη φάση έχει ως σύμμαχό του το σενάριο. Το ομώνυμο μυθιστόρημα του Νοέλ Καλέφ κρύβει ίντριγκες, μπλέκει χαρακτήρες και φέρνει τα πάνω-κάτω με ευρηματικό τρόπο. Από την πρώτη σκηνή της ταινίας μέλημα του σκηνοθέτη είναι να σε κάνει να καταλάβεις ότι μεταξύ του Ζουλιέν (Μορίς Ρονέ) και της Φλοράνς (Ζαν Μορό) υπάρχει ένα αστείρευτο πάθος το οποίο λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη του σεναρίου. Πάνω σ’ αυτό τον έρωτα χτίζεται ένα τέλεια οργανωμένο έγκλημα που την ύστατη στιγμή αποδιοργανώνεται εξαιτίας της παράβλεψης μιας λεπτομέρειας. Εκεί, ο παράγοντας τύχη γυρίζει την πλάτη στους δύο πρωταγωνιστές και σιγά-σιγά αρχίζει να ξεδιπλώνεται ένα κουβάρι περίεργων συγκυριών που εντείνουν το στοιχείο του απρόβλεπτου.


Σε δεύτερη φάση έρχονται οι δύο πρωταγωνιστές. Από τη μία ο Μορίς Ρονέ, εκφραστικός σε κάθε του στιγμή, σου περνάει ό, τι συναίσθημα βιώνει, αρνητικό και θετικό. Από την άλλη, η σταρ της εποχής και εικονική φιγούρα, Ζαν Μορό, σαγηνεύει με την παρουσία της χωρίς να εξωτερικεύει αυτά που νιώθει. Με βλέμμα παγερό που μαρτυρά τόσο ψυχραιμία, όσο και αγωνία, προσπαθεί να διαχειριστεί τις καταστάσεις που προκύπτουν με τον τρόπο της και κλέβει την παράσταση κάθε φορά που ο φακός εστιάζει πάνω της. Τώρα, αν σας πούμε ότι οι δυο τους δεν μοιράζονται καμία σκηνή της ταινίας, θα το πιστέψετε;
Εδώ, ακριβώς, έρχεται ο Λουί Μαλ, που σε τρίτη φάση φέρνει με τη σκηνοθεσία του αυτό τον ιδιαίτερο τόνο που κάνει το «Ασανσέρ για Δολοφόνους» να ξεχωρίζει. Εστιάζει στους χαρακτήρες και στην εσωτερικότητά τους, σε βάζει στο μυαλό τους, οπότε καταλήγεις να συμμερίζεσαι έντονα και τις ανησυχίες τους. Το ασπρόμαυρο Παρίσι αποτελεί ιδανικό μέρος για να τους τοποθετήσει και έτσι ξεδιπλώνεται μία κινηματογραφική άποψη που προέκυψε καθοριστική τόσο για τη Nouvelle Vague που ακολούθησε αμέσως μετά, όσο και για ό, τι ορίστηκε στη συνέχεια ως ταινία μυστηρίου/αστυνομικό θρίλερ. Τι λείπει, όμως, έτσι ώστε ό, τι βλέπουμε επί της οθόνης να αποκτήσει μία εξτρά δόση ζωντάνιας; Η μουσική. Ο Μαλ επιστρατεύει το θρυλικό τζαζίστα Miles Davis, ο οποίος με τη σειρά του ακολουθεί υποδειγματικά τα συναισθήματα που προκύπτουν και παραδίδει ένα soundtrack που κέρδισε επάξια τη στόφα του κλασικού.
Ταινία μυστηρίου, αστυνομικό θρίλερ ή, απλά, άλλο ένα κλασσικό έργο της 7ης τέχνης που όλοι μας γνωρίζουμε, αλλά λίγοι είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε; Την Κυριακή 9 Δεκεμβρίου θα μπούμε για άλλη μία φορά στον κόσμο των φιλμ νουάρ και ως τόπος του εγκλήματος ορίζεται η σκοτεινή αίθουσα του «ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ». Θα έρθετε με το ασανσέρ ή θα προτιμήσετε τις σκάλες;

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΡΟΓΙΑ

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ
Ώρα έναρξης: 17:00
Είσοδος ελεύθερη

Με ετικέτα: , , , , ,