Ρίχνοντας άγκυρα σε ένα παράλληλο σύμπαν

Όταν ακούμε τη λέξη δεξιοτεχνία, συνήθως φέρνουμε στο νου μας κάποιον ταχυδακτυλουργό, αθλητή ή ακροβάτη, ιδιότητες δηλαδή όπου απαιτείται κίνηση με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έτσι ώστε να πειστούμε ότι κάτι γίνεται πιο περίτεχνα από το μέσο όρο. Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις όπου αυτή είναι «άυλη», όπου δεν κερδίζεται μόνο με την εξάσκηση και την αφοσίωση αλλά πλάθεται ανάλογα με το πώς πλάθεται και ένας χαρακτήρας. Σε καιρούς όπου η πράξη προηγείται της σκέψης, αυτές οι περιπτώσεις δείχνουν ολοένα και περισσότερο να σπανίζουν, δεν είμαστε εδώ, όμως, για να καταφύγουμε σε ένα κρεσέντο μοιρολατρίας, καθώς πάντα πρέπει να εναποθέτουμε τις «ελπίδες» μας και σε αυτούς τους αφανείς ήρωες της καθημερινότητας που κάνουν τη ζωή ένα κλικ πιο ενδιαφέρουσα.

Άκι Καουρισμάκι

Άκι Καουρισμάκι

Ένας τέτοιος ήρωας είναι και ο Φινλανδός σκηνοθέτης, Άκι Καουρισμάκι. Με έργο που τον κατατάσσει μέσα στους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες της γενιάς του και, πιθανότατα, μάλλον τον πιο αναγνωρίσιμο στη σύγχρονη κινηματογραφική ιστορία της «χώρας των χιλίων λιμνών», μπορούμε να καταλάβουμε, ρίχνοντας μια ματιά στις ταινίες του, ότι δεν επιδιώκει κάτι τέτοιο. Ο Καουρισμάκι ποντάρει όλα του τα λεφτά στους ήρωες του παρασκηνίου διότι στην ίδια συνομοταξία νιώθει πως ανήκει και αυτός. Δεν είναι ο άνθρωπος που θα μονοπωλήσει το ενδιαφέρον σε μια κουβέντα μεγάλης παρέας. Αντιθέτως, ίσως είναι αυτός που όταν ακούσει για μεγάλη παρέα θα διπλοκλειδώσει το σπίτι για να επιβεβαιώσει στο μυαλό του ότι δεν θέλει να βγει. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μιλάει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο, και στο «Λιμάνι της Χάβρης» το πράττει εμφατικά και καίρια.


Στο επίκεντρο, ουσιαστικά, βρίσκεται ένας χαρακτήρας, ο Μαρσέλ Μαρξ, ο οποίος ζει το δικό του «αμερικάνικο όνειρο» στη Χάβρη με βάση το τρίπτυχο δουλειά – σύζυγος – ποτό στο μπαρ, άσχετα αν ενδόμυχα γνωρίζει ότι του αξίζει μια πιο έντονη και ενδιαφέρουσα καθημερινότητα. Όταν, όμως, βρίσκεται στο δρόμο του ένας ανήλικος μετανάστης από την Αφρική τον οποίο ψάχνει η αστυνομία, ενώ, ταυτόχρονα, η γυναίκα του αρρωσταίνει και αναγκάζεται να παραμείνει κλινήρης, έρχεται αυτή η στιγμή όπου η κουρτίνα τραβιέται από ένα αόρατο χέρι φέρνοντας τον ήρωά μας στο προσκήνιο, με όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του.


Εδώ είναι που επιστρέφουμε πάλι στον Καουρισμάκι. Με βάση το χιούμορ χτίζει ένα στόρι γεμάτο παραπομπές, κινηματογραφικές και μη, θίγοντας, παράλληλα, σημαντικά ζητήματα όπως το προσφυγικό, ο ρατσισμός, η προπαγάνδα των M.M.E. και η επικρατούσα πολιτική κατάσταση, με τρόπο τέτοιο που μόνο στα σοβαρά μπορείς να τον πάρεις. Βασιζόμενος στο «καλό» που όλοι κρύβουμε μέσα μας, ωθεί τον ήρωά του να βοηθήσει τον μικρό Ιντρίσα να αποκτήσει αυτή τη ζωή που ο ίδιος μπορεί να άφησε πίσω, αλλά το διοχετεύει και στους υπόλοιπους χαρακτήρες χωρίς διακρίσεις, με κορυφαίο το παράδειγμα του «κακού αστυνομικού». Όλα αυτά περνάνε από την οθόνη μας με τρόπο νωχελικό, μινιμαλιστικό και σε πολλές περιπτώσεις ασυνήθιστο, θυμίζοντας έτσι αρκετούς, κλασσικούς πλέον, Γάλλους κινηματογραφιστές ή τον Τζιμ Τζάρμους. Η κινηματογραφική του αντίληψη είναι τόσο ιδιαίτερη που δεν δυσκολεύεται να σε βάλει στους ρυθμούς της, αρκεί να μην είσαι από αυτούς που βιάζονται ακόμη και όταν είναι Κυριακή.


Στην οποία Κυριακή, έχουμε δημιουργήσει μαζί σας ένα παράλληλο σύμπαν μέσα στο οποίο απολαμβάνουμε να υπάρχουμε. Στις 18 Μαρτίου, θα έχουμε τη δυνατότητα να εισχωρήσουμε και σε άλλο ένα αντίστοιχο, κτήμα ενός σκηνοθέτη που ξεχωρίζει τα τελευταία 20 χρόνια στο ευρωπαϊκό, ανεξάρτητο σινεμά. «Το Λιμάνι της Χάβρης» (2011) είναι μία από τις καλύτερες, αισιόδοξες και πιο ευχάριστες αφορμές για να το κάνουμε αυτό και το «ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ» θα αποτελέσει για άλλη μια φορά το φιλόξενο λιμάνι όπου θα ρίξουμε τις άγκυρές μας.

Από τον Βασίλη Γκορόγια

Κυριακή 18 Μαρτίου, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ
Έναρξη Προβολής: 17:00
Είσοδος Ελεύθερη

Με ετικέτα: , , ,