Το ασπρόμαυρο πορτραίτο της ενηλικίωσης

Αν η βιολογική ενηλικίωση τοποθετείται στα 18 μας έτη, τότε η πραγματική πασχίζει να συμβεί μέσα στην πενταετία μεταξύ 25 και 30. Η λέξη «πασχίζει» μπορεί να φαίνεται κάπως άκομψη, είναι αυτή ,όμως, που περιγράφει καλύτερα τη μάχη που δίνει ο καθένας μας ξεχωριστά τόσο με την πραγματικότητα, όσο και με τον ίδιο του τον εαυτό. Από τη μία, ό, τι συμβαίνει γύρω μας σε κοινωνικό, οικονομικό ή και πολιτικό επίπεδο αναπόφευκτα επηρεάζει και την εξέλιξη της διαδικασίας. Από την άλλη, ο ίδιος μας ο χαρακτήρας παίρνει πολλές φορές τον πρωταγωνιστικό ρόλο και εκεί ακριβώς αναδύονται δίπολα όπως τα «αποφασιστικότητα – αναβλητικότητα» και «οξυδέρκεια – νωχελικότητα».

Η ύπαρξη δίπολων είναι λογικό να οδηγεί και σε αντίθετης φύσης αποτελέσματα. Επιτυχημένοι και αποτυχημένοι, ήρωες και αντιήρωες  είναι αυτοί που στο τέλος του δρόμου συνθέτουν μία κοινωνία. Μια κοινωνία που, συνήθως, κρίνει επιφανειακά (με πρόφαση το «αντικειμενικό») τα μοντέλα ανθρώπων που προκύπτουν, ενώ στην ουσία μιλάμε για κάτι άκρως υποκειμενικό. Είναι αδύνατο να ταυτίσεις είδωλα, είναι μάταιο να θες να συνδέσεις κάθε είδους «λογική». Εδώ, ακριβώς, προσγειώνεται η “Frances Ha”. Μία κοπέλα που στα 27 της χρόνια ψάχνει την ταυτότητά της, προσπαθεί να συνθέσει το πάζλ του εαυτού της και παλεύει να αφήσει το στίγμα της με φόντο την ασπρόμαυρη Νέα Υόρκη.

Η καθημερινότητα της Frances τη βρίσκει να μετακομίζει διαρκώς, να περνάει καλά με την κολλητή της, να τσακώνεται μαζί της, να χωρίζει, να αναζητεί τη δουλειά που της ταιριάζει, να γνωρίζει νέους ανθρώπους, να βρίσκει καταφύγιο στους γονείς της, να φτάνει μέχρι και το Παρίσι χωρίς να καταλαβαίνει το πώς. Κοινώς, μιλάμε για μία «καθημερινή» γυναίκα (ηρωίδα για μερικούς, αντιηρωίδα για άλλους) που προσπαθεί να επιβιώσει με το δικό της, ξεχωριστό τρόπο. Αυτό το ξεχωριστό αντιλαμβάνεται πλήρως και η Γκρέτα Γκέργουικ η οποία την ερμηνεύει υποδειγματικά. Η αύρα που δίνει στο ρόλο της είναι τόσο θετική που ακόμη κι αν – σε ένα υποθετικό σενάριο – έμενε άστεγη, πάλι θα σε έκανε να χαμογελάσεις.

Από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνουμε ότι μιλάμε για μία ξεκάθαρα προσωποκεντρική ταινία, πόσο μάλλον από τη στιγμή που η Frances δεν λείπει από καμία σκηνή. Αν η Γκέργουικ είναι τα χρώματα (στην προκειμένη περίπτωση το άσπρο και το μαύρο), ο σκηνοθέτης, Νόα Μπάουμπαχ, στήνει τον καμβά με τη βοήθεια της εμβληματικής, αμερικανικής μητρόπολης. Οι επιρροές που αντλεί από το «Μανχάταν» του Γούντι Άλεν είναι τόσο εμφανείς που μόνο ως φόρο τιμής μπορείς να τις εκλάβεις, ενώ η εσάνς από το γαλλικό νέο κύμα ενισχύει το διαφορετικό, το ανορθόδοξο, ό, τι, δηλαδή, πρεσβεύει και η πρωταγωνίστρια.

Ακατάπαυστοι διάλογοι από νωχελικούς χαρακτήρες, πνευματώδες χιούμορ, εξαιρετική φωτογραφία, μια ερμηνεία που κλέβει την παράσταση, ακόμη και η απολαυστικά ιδιαίτερη φιγούρα του Άνταμ Ντράιβερ συναποτελούν μια ταινία με φρέσκο αέρα, άσχετα αν αντλεί έμπνευση από το παρελθόν. Με βασικό της όπλο την αισιοδοξία σπάει τους καθημερινούς κανόνες και φτιάχνει τους δικούς της, γιατί πολύ απλά έχει τη δυναμική να το κάνει. Όταν αυτό ποτίσει στη συνείδηση όλων μας, σίγουρα θα έχουμε κάνει ένα βήμα μπροστά προς τη διεκδίκηση μίας καλύτερης καθημερινότητας. Στην εποχή της υπερπληροφόρησης δεν λες και λίγα τα είδη στα οποία κριτικοί και θεατές κατηγοριοποιούν τις ταινίες. Αν με ρωτούσαν που θα κατέτασσα το “Frances Ha”, τότε θα έλεγα πως είναι μία ταινία Κυριακής, καθώς σε βοηθάει να τελειώσεις τη βδομάδα σου με χαμόγελο και να αρχίσεις την επόμενη με αισιοδοξία. Το απόγευμα της 28ης Οκτωβρίου θα μπορέσετε να το διαπιστώσετε και μόνοι σας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΡΟΓΙΑ

Κυριακή 28 Οκτωβρίου, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ

Έναρξη Προβολής: 17:00

Είσοδος Ελεύθερη

Με ετικέτα: , , ,