Το αυτοκρατορικό φινάλε μιας κινηματογραφικής εποχής

Είναι γεγονός ότι διανύουμε μία παρατεταμένη περίοδο νοσταλγίας, μία περίοδο όπου φαντάζει πιο εύκολο και ασφαλές να αγιοποιούμε το παρελθόν παρά να προσαρμοζόμαστε στο πιο απαιτητικό παρόν. Όλη αυτή η τάση αναβίωσης του «ένδοξου» παρελθόντος δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη και την 7η τέχνη. Θες σειρές που ξεσηκώνουν αισθητικές προηγούμενων δεκαετιών; Τις έχεις. Θες συνέχειες ταινιών που για δεκαετίες βρισκόντουσαν στον πάγο; Κι αυτές τις έχεις. Ως φυσικό επακόλουθο, η σκέψη και η κρίση του θεατή πλάθεται ανάλογα. Ένα συνηθισμένο αποτέλεσμα αυτής της «διαδικασίας» είναι η απαξίωση του τώρα, μία ακόμη πιο συνηθισμένη ατάκα που προκύπτει μετά από όλα αυτά είναι η «δεν φτιάχνονται ταινίες, πλέον, όπως παλιά».

Ας μη βιαστούμε να απαξιώσουμε την απαξίωση. Με μία πιο ψύχραιμη ματιά στο πώς μπορεί να φτιαχτεί μία ταινία στις μέρες μας σε σχέση με τη δεκαετία του ’80 για παράδειγμα, μπορούμε να καταλάβουμε ότι οι διαφορές είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων χαώδεις. Η μαγική λέξη που ψάχνουμε είναι η τεχνολογία. Πολλοί θα πουν ότι από τότε που άρχισε να εξελίσσεται με φρενήρεις ρυθμούς, το μεράκι πέθανε, κάτι που, όμως, εξακολουθεί να απασχολεί μόνο τον εκάστοτε δημιουργό. Στην τελική, προσαρμοστικότητα λέγεται και σιγά μη την κατηγορήσουμε κιόλας. Εδώ ακριβώς δημιουργείται μία περίεργη αντίθεση. Τα πιο εξελιγμένα μέσα γεννούν μεγαλύτερες ευκολίες, επομένως το ταβάνι της φιλοδοξίας ενός δημιουργού θεωρητικά μεγαλώνει. Τα πιο «απαρχαιωμένα» μέσα κάνουν τα πράγματα  σαφώς πιο δύσκολα στην πράξη, επομένως το ταβάνι χαμηλώνει;

«Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας» αποτελεί ένα μεγαλοπρεπές «όχι» στο παραπάνω ερώτημα. Ο λόγος; Το όραμα και οι φιλοδοξίες του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. Ο Ιταλός σκηνοθέτης αγνόησε επιδεικτικά την ύπαρξη του φρένου στο προσωπικό του «όχημα» και παρέδωσε το, κατά γενική ομολογία, τελευταίο έπος στην ιστορία του σινεμά όπως αυτό προβαλλόταν στις μεγάλες οθόνες μέχρι τότε. Ένα έπος αυτοβιογραφικό, ένα έπος που αφηγείται την ιστορία του Που-Γι από τη στιγμή που ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο σε ηλικία 3 ετών, μέχρι την πλήρη απαξίωσή του κατά την μαοϊκή επανάσταση. Ένα έπος προσωποκεντρικό, που εστιάζει στις αντιθέσεις που προκύπτουν στην ψυχοσύνθεση του κεντρικού χαρακτήρα, καθώς παρελθόν και παρόν κινούνται παράλληλα. Ένα έπος που γελάει με νόημα στις ευκολίες που προέκυψαν, μετέπειτα, από την εξέλιξη της τεχνολογίας.

Από τα πρώτα λεπτά της ταινίας γίνεται σαφές ότι ο Μπερτολούτσι οραματίστηκε το έργο του μόνο στο μεγάλο πανί. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι τα 9 Όσκαρ σε 9 υποψηφιότητες τον δικαιώνουν, αλλά ας προσεγγίσουμε το δημιούργημά του εναλλακτικά. Μπείτε στην αίθουσα. Απομονώστε νοητά την ανεπανάληπτης αισθητικής φωτογραφία του Βιτόριο Στοράρο και αμέσως θα βιώσετε την οπτική υπέρβαση που συντελείται μπροστά στα μάτια σας. «Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας» δεν είναι μία τυπική ταινία. «Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας» είναι ένα όραμα που ζει και αναπνέει μέσα από την υπερβολή του, είτε αυτή εκφράζεται στα 160’ διάρκειάς του, είτε στους 19000 κομπάρσους που χρειάστηκαν για να πάρει σάρκα και οστά. Μέσα εκεί, όμως, βρίσκεις πολλές πινελιές που δίνουν τη νότα του ξεχωριστού, όπως η ερμηνεία του Τζον Λον, η μοναδικότητα του Πίτερ Ο’ Τουλ ή η μουσική του Ρουίτσι Σακαμότο.

Το κλειδί, επομένως, βρίσκεται στη φιλοδοξία την ίδια και όχι στα μέσα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι «Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας» αποτέλεσε το επιστέγασμα του αναλογικού σινεμά, λίγο πριν το μεταίχμιο της αλλαγής των δεκαετιών όπου άλλαξε άρδην ο τρόπος παραγωγής ταινιών. Την Κυριακή 11 Νοεμβρίου θα έχουμε την τύχη να τον παρακολουθήσουμε σε όλο του το μεγαλείο στην αίθουσα του «ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ» και αν ποτέ ακούσετε ξανά την ατάκα «δεν φτιάχνονται ταινίες, πλέον, όπως παλιά»,  αυτή τη φορά θα ξέρετε που θα πάει πρώτα ο νους σας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΡΟΓΙΑ

Κυριακή 11 Νοεμβρίου, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ
Ώρα έναρξης: 16:00
Είσοδος ελεύθερη

Με ετικέτα: , , , , , ,