Ωμή Πραγματικότητα σε Πρώτο Πλάνο

Η πραγματικότητα τού ενός δεν ορίζει και την πραγματικότητα τού άλλου. Προφανές στην κατανόηση, όχι και τόσο, όμως, όταν εξετάζουμε την πράξη. Όταν ο καθένας μας χάνεται στον μικρόκοσμό του, είναι λίγο δύσκολο να αντιληφθεί τους αντίστοιχους των άλλων, πόσο μάλλον όταν αυτοί διαφέρουν ριζικά. Αυτό μπορεί να συμβαίνει όχι μόνο εξαιτίας του φαινομενικού χάσματος, αλλά και της αδιαφορίας που πολλές φορές μας κυριεύει για οτιδήποτε συμβαίνει δίπλα μας. Τέτοιου είδους αντιθέσεις ευδοκιμούν στα αστικά τοπία. Τσιμέντο, παράλληλες πραγματικότητες, χάος και διάφορα κοινωνικά στρώματα που «συμβιώνουν» κάτω από την ταμπέλα ενός απλού ονόματος, συνθέτουν τη σύγχρονη κοινωνία, η εικόνα της οποίας, συνήθως, είναι βουτηγμένη στο γκρίζο.

Αυτό ακριβώς είναι και το Παρίσι του Κασοβίτς. Καμία «πόλη του φωτός», κανένα «γκλάμορ», παρά μόνο ασπρόμαυρες εικόνες από το παρασκήνιο. Σ’ αυτό ζουν τρεις νέοι που βράζει το αίμα τους, που μισούν το σύστημα, που νιώθουν την ελευθερία τους να απειλείται. Η ζωή τους είναι ένα ψηφιδωτό από γκέτο, φτώχεια, καθημερινή επιβίωση στους δρόμους και ανησυχία για ένα μέλλον που δεν μοιάζει και τόσο φωτεινό. Όταν ο φίλος τους, Αμπντέλ, πέφτει θύμα αστυνομικής βίας και νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση, όλα βρίσκονται ένα βήμα πριν την έκρηξη. Το χαμένο όπλο αστυνομικού που βρίσκει ο Βινς (Βενσάν Κασέλ), αποτελεί απλά την αφορμή για ένα κυνήγι σεβασμού μέσα σε ένα κόσμο που δεν σέβεται τον εαυτό του.

«Το Μίσος» δεν ακολουθεί τον εύκολο, «απολιτίκ» δρόμο. Κοιτάζει κατάματα το μεταναστευτικό καθώς οι ήρωές του είναι όλοι μετανάστες. Καταγράφει την άσκοπη αστική βία, δεν κλείνει τα μάτια απέναντι στο ρατσισμό, σε βάζει μέσα στους δρόμους και δεν σε αφήνει να τους παρατηρείς από ασφαλή απόσταση. Σκηνοθετικά, ορίζει ένα μέρος του σύγχρονου σινεμά των ‘90s γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: Ο τρόπος με τον οποίο σε κάνει να νιώθεις ότι περπατάς σε ένα κακόφημο, γεμάτο δυσωδία δρόμο, ενώ απλά κάθεσαι στην καρέκλα σου, είναι παροιμιώδης. Το γεγονός ότι, αμέσως μετά, ακολούθησαν φιλμ όπως το εξίσου εμβληματικό, “Trainspotting”, δημιουργώντας έτσι μία νέα τάση που σκιαγραφεί ωμά τον τρόπο ζωής των νέων, δείχνει πολλά.

Αυτό το χάος, βρίσκει το ιδανικό του πρόσωπο στον, ανερχόμενο τότε, Βενσάν Κασέλ. Αν και στα 28 του, καταφέρνει υποδειγματικά να μπει στο πετσί του ρόλου μιας ηλικίας που όλους μάς βρίσκει εν βρασμώ, ανεξάρτητα από τον τρόπο ζωής μας. Τα έντονα χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με την πηγαία εκφραστικότητά του συγκεντρώνουν σε ένα πορτραίτο το μίσος μιας ολόκληρης, περιθωριοποιημένης γενιάς που μάχεται με τον τρόπο της ώστε να πατήσει πόδι σε ό,τι την καταβάλει. Η εικόνα του αποτυπώνεται εξαρχής στη συνείδηση του θεατή με έντονο τρόπο, κάνοντάς τον, συνεχώς, να νιώθει πως ο Βινς θα πυροδοτήσει μία, έτσι κι αλλιώς, ανεξέλεγκτη κατάσταση.

Πάνω σ’ αυτό το τέχνασμα ο Κασοβίτς στήνει τα σκηνοθετικά και σεναριακά του τρικ, δημιουργώντας μία κλιμάκωση την οποία δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε. Έτσι, το φιλμ χαρακτηρίζεται από μία άγρια ομορφιά σε ένα τοπίο που μόνο τέτοιες δεν έχει, κάτι που στην πορεία και ο ίδιος κατάλαβε, καθώς η ταινία γυρίστηκε αρχικά σε έγχρωμο φιλμ για να μετατραπεί εκ των υστέρων σε ασπρόμαυρη, κίνηση – κλειδί για την ατμόσφαιρα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδονται τα συναισθήματα από την οθόνη στην αίθουσα.

«Το Μίσος» ακολουθεί τη ρεαλιστική, ωμή οδό, διότι τέτοια είναι συχνά-πυκνά και η εικόνα της πραγματικότητας. Δεν έχει να κάνει με το αν τη ζει ή όχι ο καθένας μας, αλλά με το αν επιλέγει να ανοίξει ή να κλείσει τα μάτια του απέναντί της. «Το Μίσος» δεν είναι απλά μια ταινία που τη ζεις. Είναι μια ταινία που σου ανοίγει τα μάτια σε όποια εποχή και να τη δεις, καθώς το πνεύμα της παραμένει εξαιρετικά διαχρονικό 24 χρόνια μετά. Η σκοτεινή αίθουσα «απαιτεί» ανοιχτά μάτια, οπότε ξέρετε τι πρέπει να κάνετε.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΡΟΓΙΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ
ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ: 16:45
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Με ετικέτα: , , , , , ,