Όλα είναι δρόμος

Η απεικόνιση μίας σύγχρονης Οδύσσειας, ένα road trip δίχως τελειωμό ή το αιώνιο κυνήγι της κάθαρσης; Όλα αυτά μαζί και τίποτε από τα παραπάνω είναι το «Παρίσι, Τέξας». Θα ήταν «λάθος» να ξεχωρίσουμε το φιλμ του Βέντερς ως «κλασικό» για τους προφανείς λόγους, καθώς οι ιδιαιτερότητες που εσωκλείει στην ψυχοσύνθεσή του το απομακρύνουν από κάθε τι κλασικό με τη συνηθισμένη έννοια του όρου. Το «Παρίσι, Τέξας» μοιάζει με μία παράλληλη πραγματικότητα. Νιώθεις ότι μπορείς να την προσεγγίσεις αλλά, ταυτόχρονα, την παρατηρείς πίσω από το τζάμι χωρίς να σε βλέπει αυτή. Μέχρι που τα φώτα πέφτουν. Η ειλικρίνεια κυριεύει το χώρο. Τα πάντα αποκτούν το νόημά τους στο έπακρο.

Τέσσερα χρόνια μετά από μία ατελείωτη περιπλάνηση στα σύνορα του Μεξικού, ο Τράβις ανακαλύπτεται από τον αδερφό του και οι δυο τους επιστρέφουν σπίτι όπου ο δεύτερος ζει με τη γυναίκα του αλλά και τον οκτάχρονο γιο του πρώτου. Οι ζυμώσεις μεταξύ όλων ξυπνούν αναμνήσεις, οι αναμνήσεις σκορπούν ανησυχίες και οι ανησυχίες γίνονται κίνητρα, με αποτέλεσμα πατέρας και γιος να ξεχυθούν σε άλλο ένα road trip προς αναζήτηση, αυτή τη φορά, της πρώην συζύγου – μητέρας. Με την απόφαση αυτή να είναι γεμάτη διλήμματα που θυμίζουν τις σκέψεις ενός πυροτεχνουργού πάνω από το κόκκινο και το μπλε καλώδιο, το story ξεδιπλώνεται με ανορθόδοξο τρόπο, όσο ανορθόδοξοι είναι δηλαδή και οι χαρακτήρες του.

Στο «Παρίσι, Τέξας» τα πάντα χτίζονται πάνω σε έναν αλλιώτικο «πρωταγωνιστή». Ο Βέντερς αναγάγει το δρόμο σε καθοριστικό χαρακτήρα του φιλμ, όντας το μέσο με το οποίο όλοι και όλα αποκτούν λειτουργικότητα (ή και το αντίθετο πολλές φορές). Για να το πετύχει αυτό, χρησιμοποιεί τη φωτογραφία ως σύμμαχό του. Το Παρίσι, μία αδιάφορη κωμόπολη του Τέξας στη μέση της ερήμου, απεικονίζεται με τρόπο τέτοιο που θέλεις να το κοιτάξεις και όχι να το προσπεράσεις. Οι αντιθέσεις που προκύπτουν στο νου με την κομψότητα της γαλλικής πρωτεύουσας ιντριγκάρουν, με αποτέλεσμα ένα άγονο, κατά βάση, αμερικανικό τοπίο να αποκτά αλλιώτικη χάρη μέσα από τα μάτια του Γερμανού σκηνοθέτη.

Η χάρη αυτή ενισχύεται από τη slide κιθάρα του Ry Cooder που υπογράφει το soundtrack, με τη «μονοτονία» της να δένει άψογα με το σύνολο, φτάνοντας, εν τέλει, στους ήρωες και σε δύο κρίσιμα σημεία του φιλμ: Το σενάριο και τις ερμηνείες. Το «Παρίσι, Τέξας» δεν είναι μία φλύαρη ταινία. Οι χαρακτήρες του μιλούν λίγο αλλά με νόημα. Έχουν ατάκες, ξέρουν πότε να τις πουν, κοινώς, οι λέξεις έχουν συνεχώς νόημα. Εκεί, έρχεται το ερμηνευτικό κομμάτι και κουμπώνει έντεχνα. Τόσο το πρόσωπο του εμβληματικού κινηματογραφικού underdog, Harry Dean Stanton, στο ρόλο του Τράβις, όσο κι αυτό της Nastassja Kinski στο ρόλο της συζύγου του ποτίζουν στη συνείδησή σου. Με την εικόνα του να κυριεύει το πρώτο μισό της ταινίας και την αύρα της να μεταμορφώνει το δεύτερο μισό σε κάτι απροσδόκητα ονειρικό, τα κομμάτια ενός αντισυμβατικού παζλ μπαίνουν στη θέση τους και μία άλλη όψη του αμερικανικού ονείρου σχηματίζεται στη μεγάλη οθόνη.

Όλα αυτά σκηνοθετούνται υποδειγματικά από τον Βέντερς. Μέσα από έναν απλοϊκό τρόπο αφήνει την ιστορία να τον καθοδηγήσει και όχι το αντίθετο, αποφεύγοντας τους άσκοπους εντυπωσιασμούς σε ένα, αν μη τι άλλο, μη «εντυπωσιακό» έργο. Όντας Ευρωπαίος, γυρίζει μία ταινία για την Αμερική, στην Αμερική, με την εναλλακτική ματιά του να σημαδεύει τις road movies αλλά και το μοντέρνο σινεμά στο σύνολό του. Ταινίες σαν το «Παρίσι, Τέξας» πρέπει να βλέπονται στη σκοτεινή αίθουσα, ευκαιρίες σαν κι αυτές της Κυριακής δεν πρέπει να χάνονται.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΡΟΓΙΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ
ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ: 16:00
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Με ετικέτα: , , , , , ,