Ακολουθώντας το «αστέρι»

Η κοινωνία αρέσκεται στο να ζει αγκαζέ με τα «τοτέμ» της και η ιστορία του Ιησού Χριστού, όπως την έχουν διηγηθεί οι Γραφές, είναι ένα από τα ισχυρότερα εξ αυτών. Γύρω τους, όμως, είναι φυσικό και επόμενο να προκαλείται ένταση που, τις περισσότερες φορές, πιο πολύ δημιουργείται από αυτούς που τα προσκυνούν με φανατισμό παρά από αυτούς που τα αμφισβητούν με σεβασμό. Όλοι μας γνωρίζουμε, λιγότερο ή περισσότερο, πώς έζησε ο Χριστός πάνω στη Γη. Η συγκεκριμένη ιστορία για αρκετούς εκεί έξω είναι a priori απαράλλαχτη, παρ’ όλα αυτά, αν θέλουμε να λέμε ότι ζούμε και πράττουμε ως δημοκρατικά όντα οφείλουμε να παραδεχόμαστε καθημερινά ότι οποιασδήποτε φύσεως παρωπίδες περιορίζουν τον τρόπο σκέψης μας και μόνο.

Κοινώς, μία βασική αρχή έτσι ώστε να προκύψει κάτι εποικοδομητικό μέσα από την τριβή μας με το έργο εν ονόματι “Jesus Christ Superstar”, είναι να το αναγνωρίσουμε, απλά, ως μια ροκ όπερα. Μια ροκ όπερα σε μουσική του Andrew Lloyd Webber και λιμπρέτο του Tim Rice, που κυκλοφόρησε σε βινύλιο τον Οκτώβριο του 1970. Θέμα της; Η τελευταία εβδομάδα της ζωής του Ιησού – από την είσοδο στα Ιεροσόλυμα μέχρι και τη Σταύρωση – σε μια τελείως καινούρια και διαφορετική προσέγγιση του Θείου Δράματος που επικεντρώνεται στην ανθρώπινη υπόσταση των πρωταγωνιστών της. Ως αποτέλεσμα, στο έργο δεν παρατηρούμε τον «Υιό του Θεού» αλλά έναν Ιησού επιρρεπή στις ανθρώπινες αδυναμίες, που προσπαθεί να διαχειριστεί την ύπαρξή του μέσα σε ένα απόλυτα ανθρώπινο περιβάλλον. Στο πλευρό του τοποθετείται σε μόνιμη βάση η Μαρία Μαγδαληνή, όντας ερωτευμένη μαζί του, ενώ ως συμπρωταγωνιστής και όχι ως αμαρτωλός «κομπάρσος» στέκεται ο Ιούδας, σε ένα ρόλο που εκπλήσσει και ξεχωρίζει.

Η επιτυχία του δίσκου ήταν ακαριαία, οι αντιδράσεις επίσης, και το 1972 πάρθηκε η απόφαση για την κινηματογραφική μεταφορά του από τα χέρια του σκηνοθέτη Norman Jewison. Κινούμενος σε μία μινιμαλιστική γραμμή, τόνισε τη θεατρικότητα του έργου παντρεύοντας τη χίπικη κουλτούρα της εποχής με το ερημωμένο τοπίο της αρχαίας Avdat στο Ισραήλ. Ο Ted Neely στο ρόλο του Χριστού και ο Carl Anderson σε αυτόν του μαύρου Ιούδα εντυπωσιάζουν, με τον δεύτερο να ανταποκρίνεται εμφατικά στον πιο απαιτητικό ρόλο της ταινίας, η οποία βγήκε στις αίθουσες των Η.Π.Α. στις 15 Αυγούστου του 1973. Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν το έργο, τόσο στη μεγάλη οθόνη, όσο και στις κατά καιρούς μεταφορές του στο θέατρο, δεν είχαν προηγούμενο. Είναι, όμως, αυτή μια λογική αντίδραση;

Η απάντηση σαφώς και είναι αρνητική. Όπως είπαμε και νωρίτερα, το “Jesus Christ Superstar” είναι μια καλοφτιαγμένη ροκ όπερα και μόνο ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Δεν γίνεται επιτηδευμένα ιερόσυλο για να προκαλέσει, δεν πάει ενάντια στον κανόνα μόνο και μόνο για να διαφοροποιηθεί με το ζόρι. Πρόκειται για μία καταγραφή όσων εξιστορούν οι Γραφές με εντελώς διαφορετικό και πρωτότυπο τρόπο από αυτόν που έχουμε συνηθίσει, και αν μπορεί να πετύχει ένα πράγμα είναι να βγάλει κόσμο από το «καβούκι» του, το περιβάλλον αυτό που το μόνο που καταφέρνει είναι να ενισχύει το συντηρητισμό και την «ξεροκεφαλιά» μας.

Η επιλογή του συγκεκριμένου έργου – και ενός εκ των καλύτερων μιούζικαλ όλων των εποχών – λίγο πριν το Πάσχα, κρύβει ακριβώς τις ίδιες διαθέσεις, δηλαδή να δώσουμε βήμα και στην διαφορετική οπτική αποφεύγοντας τους τυφλούς αφορισμούς που εμποδίζουν την ελεύθερη έκφραση. Αυτή την Κυριακή στο «ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ», το “Jesus Christ Superstar” θα υποδεχθεί τον Απρίλιο και εμείς μαζί του, θα γίνουμε θεατές μίας ιστορίας με ανθρώπινη υπόσταση, μιας ιστορίας που νομίζαμε ότι την ξέραμε μέχρι να την ξανακούσουμε με διαφορετικό τρόπο.

Από τον Βασίλη Γκορόγια

Κυριακή 1 Απριλίου, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΑΣ
Έναρξη Προβολής: 16:30
Είσοδος Ελεύθερη

Με ετικέτα: , , , ,